Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


utòpico  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [uˈtɔpiko]

1 οραματικός
2 χιμαιρικός
3 δονκιχωτικός
4 ουτοπικός
5 ανεφάρμοστος


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  utopia utopista  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

utilizzatore (ουσ αρσ )
utilizzazione (θηλ.ουσ)
utilizzo (ουσ αρσ )
utilmente (επίρ.)
utopia (θηλ.ουσ)
utopico (επίθ.)
utopista (ουσ αρσ και θηλ.)
utopistico (επίθ.)
utricularia (θηλ.ουσ)
uva (θηλ.ουσ)
uvaceo (επίθ.)
uvea (θηλ.ουσ)
uveale (επίθ.)
uveite (θηλ.ουσ)
uvetta (θηλ.ουσ)
uvifero (επίθ.)
uvulare (θηλ. επίθ και ουσ)
uvulite (θηλ.ουσ)
uxoricida (ουσ αρσ και θηλ.)
uxoricida (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---