Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


utopìsta  
ουσιαστικό αρσενικό και θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [utoˈpista]

1 οραματιστής
2 ιδεολόγος
3 ουτοπιστής


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  utopico utopistico  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

utilizzazione (θηλ.ουσ)
utilizzo (ουσ αρσ )
utilmente (επίρ.)
utopia (θηλ.ουσ)
utopico (επίθ.)
utopista (ουσ αρσ και θηλ.)
utopistico (επίθ.)
utricularia (θηλ.ουσ)
uva (θηλ.ουσ)
uvaceo (επίθ.)
uvea (θηλ.ουσ)
uveale (επίθ.)
uveite (θηλ.ουσ)
uvetta (θηλ.ουσ)
uvifero (επίθ.)
uvulare (θηλ. επίθ και ουσ)
uvulite (θηλ.ουσ)
uxoricida (ουσ αρσ και θηλ.)
uxoricida (επίθ.)
uxoricidio (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---