Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


vacchétta  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [vakˈketta]

1 δέρμα αγελάδας
2 δαμαλίδα


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  vaccheria vaccina  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

vacca (θηλ.ουσ)
vaccaio (ουσ αρσ )
vaccaro (ουσ αρσ )
vaccata (θηλ.ουσ)
vaccheria (θηλ.ουσ)
vacchetta (θηλ.ουσ)
vaccina (θηλ.ουσ)
vaccinabile (επίθ.)
vaccinare (ρ. μτβ.)
vaccinato (επίθ.)
vaccinatore (αρσ. επίθ και ουσ)
vaccinazione (θηλ.ουσ)
vaccinico (επίθ.)
vaccino (ουσ αρσ )
vaccino (επίθ.)
vaccinoprofilassi (θηλ.ουσ)
vaccinoterapia (θηλ.ουσ)
vacillamento (ουσ αρσ )
vacillante (επίθ.)
vacillare (ρ.αμτβ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---