Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


Περιηγηθείτε στο λεξικό

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

ύαινα (-, η) ύβος (-, ο)
ύαινα–σκύλος [ουσ αρσ ] υβρεολόγιο (-, το)
υαλοβάμβακας (-, ο) υβριδικός (-ή, -ό)
υαλοβερνίκωμα (-, το) υβρίδιο (-, το)
υαλοειδής (-ής, -ές) υβριδισμός (-, ο)
υαλογραφία (-, η) υβριδίζω [ρ.]
υαλοκαθαριστήρας (-α, ο) υβριδοποίηση (-, η)
υαλοκατασκευαστής [ουσ αρσ ] ύβρις (-εως, η)
υαλοκατασκευή [θηλ.ουσ] υβρίς (-έως, η)
υαλοπίνακας (-, ο) υβριστής (-, ο)
υαλοποιημένος [επίθ.] υβριστικά (-)
υαλοποίηση (-, η) υβριστικός (-ή, -ό)
υαλοποιητικός [επίθ.] υβρίζω (-)
υαλοποιούμαι [ρ.] υβρίζων [ουσ αρσ ]
υαλοποιώ (-) υδαρής (-ής, -ές)
υαλοπώλης (-, ο) υδαταγωγός (-ού, ο)
ύαλος (-ου, η) υδατάνθρακας (-, ο)
υαλοτεχνία (-, η) υδατάνθρακες (-ων, οι)
υαλοτεχνική (-, η) υδαταποθήκη (-, η)
υαλουργείο (-ου, το) υδατίδα [θηλ.ουσ]
υαλουργία (-ας, η) υδατικός (-ή, -ό)
υαλουργικός (-ή, -ό) υδάτινος (-η, -ο)
υαλουργός (-ού, ο|η) υδατοδός [ουσ αρσ ]
υαλώδης (-ης, -ες) υδατοφράχτης (-, ο)
υάλωση (-, η) υδατοφράκτης (-η, ο)

Προηγούμενη σελίδαΕπόμενη σελίδα

Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από: