Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


αχρησία  
ουσιαστικό θηλυκό

disu`so ~m~ λέξη πού έπεσε σε αχρησία==parola caduta in disuso | λέξη πού περιήλθε σε αχρησία==parola caduta in disuso

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  αχρημάτιστος αχρησιμοποίητος  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---