Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


δεδικασμένο  
ουσιαστικό ουδέτερο

diritto giudica`to ~m~; cosa ~f~ giudica`ta; sente`nza ~f~ passa`ta in giudica`to

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  δεδηλωμένος δεδικασμένος  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---