Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


επάνω  
επίθετο

di sopra, superio`re o επάνω όροφος == il piano di sopra | επάνω του! / τούς! == (dagli / diamogli / dategli) addosso!+++επάνω κάτω == suppergiù, pressappoco, più o meno, all' incirca | γεμίζω ως επάνω == riempire fino all'orlo | επάνω στο καλύτεpo == sul più bello

επάνω
επίρρημα

1 su, sopra, in alto, insù, di sopra η γάτα είναι επάνω στο δέντρο == il gatto è sull'albero | η βαλίτσα είναι επάνω στη ντoυλάπα == la valigia è sopra l'armadio | τo αεροπλάνο πετoύσε επάνω από τα σύννεφα == l'aereo volava sopra le nuvole | εκεί επάνω == lassù | εδώ επάνω == quassù | κοιτάζω προς τα επάνω == guardare all'insù | επάνω μένουν τα πεθερικά == di sopra abitano i suoceri | οι επάνω κάνουν θόρυβo == quelli di sopra fanno rumore | από επάνω προς τα κάτω == dall'alto in basso
2 ((seguito dai pronomi personali [μου, σου, του, της], ecc.)) addo`sso ρίξε κάτι επάνω σου == mettiti qualcosa addosso! | δεν κρατώ ψιλά επάνω μου == non ho addosso degli spiccioli | τα κάνω επάνω μου == farsela addosso
3 al di sopra, superio`re o στρατηγός είναι επάνω από τον συνταγματάρχη == il generale è al di sopra del colonnello
4 più di, oltre, in più έχω δει αυτό το φιλμ επάνω από τέσσερις φορές == ho visto quel film più di quattro volte
5 nell'ista`nte / nel mome`nto in cui, mentre έφτασα επάνω στην ώρα πoυ το τρένο ξεκινούσε == sono arrivato proprio nel momento in cui il treno partiva | επάνω που γύριζα σπίτι, συνάντησα τη Μαρία == mentre stavo rientrando, ho incontrato Maria

επάνως
επίρρημα

variante di [επάνω]

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  επανορθωτικός επάνωθε  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---