Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


φεύγω
ρήμα αμετάβατο

1 andare via, andarsene
2 [αναχωρώ] partire
3 [διαφεύγω] scappare

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  φευγιό φεύγων  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---