Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


φρενίτιδα
ουσιαστικό θηλυκό

1 delirio
2 frenesia
3 rabbia
4 smania
5 sregolatezza

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  φρενικός φρενιτιώδης  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---