Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


λεμφαδένας  
ουσιαστικό αρσενικό

anatomia linfono`do ~m~; ga`nglio ~m~, no`dulo ~m~ linfa`tico

λεμφαδένες
ουσιαστικό θηλυκό πληθυντικός

1 plurale di [λεμφαδένας]
2 anatomia ghia`ndole ~fp~ linfa`tiche

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  λεμφαγγείωμα λεμφαδενίτιδα  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---