Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


οδυρμός
ουσιαστικό αρσενικό

1 compianto
2 lamentio
3 lamento
4 pianto
5 urlata
6 urlio
7 urlo

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  οδυρμοί οδύρομαι  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---