Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


σταθεροποίηση
ουσιαστικό θηλυκό

1 fissazione
2 rassodamento
3 solidificazione
4 stabilizzazione

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  σταθεροποιημένος σταθεροποιητής  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---