Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


τείχος
ουσιαστικό ουδέτερο

muro

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  τειχοδομία τεκές  >>

Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματα


τα τείχη = le mura [θηλ. πλυθ.] della città


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---