Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


nùmida  
ουσιαστικό αρσενικό και θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [ˈnumida]

κάτοικος Νουμιδίας

nùmida  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [ˈnumida]

ο της Νουμιδίας


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  numeroso numidico  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

numericamente (επίρ.)
numerico (επίθ.)
numero (ουσ αρσ )
numerosità (θηλ.ουσ)
numeroso (επίθ.)
numida (ουσ αρσ και θηλ.)
numida (επίθ.)
numidico (επίθ.)
numismatica (θηλ.ουσ)
numismatico (ουσ αρσ )
numismatico (επίθ.)
nuncupativo (επίθ.)
nuncupazione (θηλ.ουσ)
nunzio (ουσ αρσ )
nuocere (ρ.αμτβ.)
nuora (θηλ.ουσ)
nuotare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
nuotata (θηλ.ουσ)
nuotatore (ουσ αρσ )
nuoto (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---