Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


numismàtico  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [numizˈmatiko]

νομισματολόγος

numismàtico  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [numizˈmatiko]

νομισματολογικός


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  numismatica nuncupativo  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

numeroso (επίθ.)
numida (ουσ αρσ και θηλ.)
numida (επίθ.)
numidico (επίθ.)
numismatica (θηλ.ουσ)
numismatico (ουσ αρσ )
numismatico (επίθ.)
nuncupativo (επίθ.)
nuncupazione (θηλ.ουσ)
nunzio (ουσ αρσ )
nuocere (ρ.αμτβ.)
nuora (θηλ.ουσ)
nuotare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
nuotata (θηλ.ουσ)
nuotatore (ουσ αρσ )
nuoto (ουσ αρσ )
nuova (θηλ.ουσ)
Nuova Guinea (κύρ.όν. θηλ.)
Nuova Inghilterra (κύρ.όν. θηλ.)
nuovamente (επίρ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---