Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


nùnzio  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈnuntsjo]

1 παπικός πρεσβευτής
2 νούντσιος


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  nuncupazione nuocere  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

numismatica (θηλ.ουσ)
numismatico (ουσ αρσ )
numismatico (επίθ.)
nuncupativo (επίθ.)
nuncupazione (θηλ.ουσ)
nunzio (ουσ αρσ )
nuocere (ρ.αμτβ.)
nuora (θηλ.ουσ)
nuotare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
nuotata (θηλ.ουσ)
nuotatore (ουσ αρσ )
nuoto (ουσ αρσ )
nuova (θηλ.ουσ)
Nuova Guinea (κύρ.όν. θηλ.)
Nuova Inghilterra (κύρ.όν. θηλ.)
nuovamente (επίρ.)
Nuova Scozia (κύρ.όν. θηλ.)
Nuova York (κύρ.όν. θηλ.)
Nuova Zelanda (κύρ.όν. θηλ.)
nuovo (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---