Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


purpùreo  
αρσενικό επίθετο και ουσιαστικό

Προσφορά I.P.A.: [purˈpureo]

1 πορφυρένιος
2 πορφυρός


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  purosangue purtroppo  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

puritano (επίθ.)
puro (ουσ αρσ )
puro (επίθ.)
purosangue (ουσ αρσ )
purosangue (επίθ.)
purpureo (αρσ. επίθ και ουσ)
purtroppo (επίρ.)
purulento (επίθ.)
purulenza (θηλ.ουσ)
pus (ουσ αρσ )
pusillanime (επίθ.)
pusillanimità (θηλ.ουσ)
pustola (θηλ.ουσ)
pustoloso (επίθ.)
puszta (θηλ.ουσ)
puta caso (επίρ.)
putativo (επίθ.)
puteale (αρσ. επίθ και ουσ)
putido (επίθ.)
putiferio (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---