Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


pusillànime  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [puzilˈlanime]

1 περίφοβος
2 ολιγόψυχος
3 άνανδρος
4 άψυχος
5 άτολμος
6 ολιγόκαρδος
7 μικρόψυχος
8 δειλός
9 αθάρρευτος
10 λιγόψυχος
11 δειλόψυχος


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  pus pusillanimità  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

purpureo (αρσ. επίθ και ουσ)
purtroppo (επίρ.)
purulento (επίθ.)
purulenza (θηλ.ουσ)
pus (ουσ αρσ )
pusillanime (επίθ.)
pusillanimità (θηλ.ουσ)
pustola (θηλ.ουσ)
pustoloso (επίθ.)
puszta (θηλ.ουσ)
puta caso (επίρ.)
putativo (επίθ.)
puteale (αρσ. επίθ και ουσ)
putido (επίθ.)
putiferio (ουσ αρσ )
putizza (θηλ.ουσ)
putredine (θηλ.ουσ)
putredinoso (επίθ.)
putrefare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
putrefarsi (ρ.μ. (αντων.))

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---