Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


tutèla  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [tuˈtɛla]

1 κηδεμονία
2 επιτήρηση
3 κηδεμονία ανηλίκου
4 εποπτεία
5 προστασία


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  tuta tutelare  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

turpitudine (θηλ.ουσ)
turricolato (επίθ.)
turrito (επίθ.)
tussor (ουσ αρσ )
tuta (θηλ.ουσ)
tutela (θηλ.ουσ)
tutelare (επίθ.)
tutelare (ρ. μτβ.)
tutelarsi (ρ.μ. (αντων.))
tutina (θηλ.ουσ)
tutolo (ουσ αρσ )
tutore (ουσ αρσ )
tutorio (επίθ.)
tuttala (ουσ αρσ )
tuttavia (επίρ.)
tutto (επίθ.)
tuttoché (σύνδ.)
tuttora (επίρ.)
tuzia (θηλ.ουσ)
tweed (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---