Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


tùtolo  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈtutolo]

1 καλάμι καλαμποκιού
2 στάχυ καλαμποκιού


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  tutina tutore  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

tutela (θηλ.ουσ)
tutelare (επίθ.)
tutelare (ρ. μτβ.)
tutelarsi (ρ.μ. (αντων.))
tutina (θηλ.ουσ)
tutolo (ουσ αρσ )
tutore (ουσ αρσ )
tutorio (επίθ.)
tuttala (ουσ αρσ )
tuttavia (επίρ.)
tutto (επίθ.)
tuttoché (σύνδ.)
tuttora (επίρ.)
tuzia (θηλ.ουσ)
tweed (ουσ αρσ )
twist (ουσ αρσ )
two step (ουσ αρσ )
tzigano (ουσ αρσ )
tzigano (επίθ.)
uabaina (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---