Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


tutelàre  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [tuteˈlare]

1 κηδεμονεύων
2 εποπτεύων
3 ο του κηδεμόνα

tutelàre  
ρήμα μεταβατικό

Προσφορά I.P.A.: [tuteˈlare]

1 προστατεύω
2 υπερασπίζω

tutelarsi  
ρήμα μέσο* (αντωνυμιακό)

Προσφορά I.P.A.: [tuteˈlarsi]

1 παίρνω προληπτικά μέτρα
2 προστατεύομαι


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  tutela tutina  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

turricolato (επίθ.)
turrito (επίθ.)
tussor (ουσ αρσ )
tuta (θηλ.ουσ)
tutela (θηλ.ουσ)
tutelare (επίθ.)
tutelare (ρ. μτβ.)
tutelarsi (ρ.μ. (αντων.))
tutina (θηλ.ουσ)
tutolo (ουσ αρσ )
tutore (ουσ αρσ )
tutorio (επίθ.)
tuttala (ουσ αρσ )
tuttavia (επίρ.)
tutto (επίθ.)
tuttoché (σύνδ.)
tuttora (επίρ.)
tuzia (θηλ.ουσ)
tweed (ουσ αρσ )
twist (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---