Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


vagaménte  
επίρρημα

Προσφορά I.P.A.: [vagaˈmente]

1 θαμπά
2 μουντά
3 αόριστα
4 ακαθόριστα
5 αμυδρά
6 ασαφώς


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  vagale vagante  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

vagabondaggio (ουσ αρσ )
vagabondare (ρ.αμτβ.)
vagabondo (ουσ αρσ )
vagabondo (επίθ.)
vagale (επίθ.)
vagamente (επίρ.)
vagante (θηλ. επίθ και ουσ)
vagare (ρ.αμτβ.)
vagellamento (ουσ αρσ )
vagellare (ρ.αμτβ.)
vagello (ουσ αρσ )
vagheggiamento (ουσ αρσ )
vagheggiare (ρ. μτβ.)
vagheggiarsi (ρ.μ. (αντων.))
vagheggiatore (ουσ αρσ )
vagheggino (ουσ αρσ )
vaghezza (θηλ.ουσ)
vagina (θηλ.ουσ)
vaginale (θηλ. επίθ και ουσ)
vaginismo (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---