Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


λαχτάρισμα  
ουσιαστικό ουδέτερο

1 deside`rio ~m~
2 pau`ra ~f~
3 spave`nto ~m~
4 terro`re ~m~

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  λαχταρίζω λαχταρισμένος  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---