Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


οδοντολαβίδα
ουσιαστικό θηλυκό

1 pinza
2 pinze a denti di topo
3 pinze da dentista

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  οδοντόκρεμα οδοντόπαστα  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---