Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


θάμα
ουσιαστικό ουδέτερο

variante popolare di [θαύμα]

θαύμα  
ουσιαστικό ουδέτερο

1 miracolo, prodigio ((anche in senso figurato)) τα θαύματα της Παναγίας == i miracoli della Madonna | οικονομικό θαύμα == miracolo economico | θαύμα τεχνικής == prodigio della tecnica | θαύμα (των) θαυμάτων == la meraviglia delle meraviglie | τα επτά θαύματα του κόσμού == le sette meraviglie del mondo | αυτός o γιατρός κάνει θαύματα == questo medico fa dei miracoli
2 ((in funzione di aggettivo o avverbio)) θαύμα ταξίδι == viaggio fantastico | περάσαμε θαύμα == siamo stati benissimo / meravigliosamente+++είναι θαύμα! == è una meraviglia! | θαύμα! == a meraviglia!, splendido! | ως εκ θαύματoς == per miracolo | ώ του θαύματoς! == come per un miracolo | η αυλή των θαυμάτων == la corte dei miracoli | πράγματα και θαύματα == cose meravigliose / splendide, mirabilia | παιδί θαύμα == ragazzo prodigio | θαύμα ιδέσθαι == mirabile a vedersi

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  θαλπωρή θαμάζω  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---