Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


Περιηγηθείτε στο λεξικό

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

ακατάσβεστος [επίθ.] άκαυστος [επίθ.]
ακατασίγαστος [επίθ.] άκαυτος [επίθ.]
ακατασκεύαστος [επίθ.] ακελάδητος [επίθ.]
ακαταστάλακτος [επίθ.] ακένωτος [επίθ.]
ακαταστασία {ακαταστασ... ακέραια [επίρ.]
ακατάστατα [επίρ.] ακέραιος [επίθ.]
ακατάστατος [επίθ.] ακεραιότης [θηλ.ουσ]
ακατάσχετος [επίθ.] ακεραιότητα {χωρ. πληθ...
ακατάταχτος [επίθ.] ακεραιωμένος [επίθ.]
ακατατόπιστος [επίθ.] ακεραιώνομαι ακεραιωθώ
ακαταφρόνετος [επίθ.] ακέριος [επίθ.]
ακατάχτητος [επίθ.] άκερκος [επίθ.]
ακαταχώριστος [επίθ.] ακεταλδεΰδη [θηλ.ουσ]
ακατέβατος [επίθ.] ακετάλη [θηλ.ουσ]
ακατεδάφιστος [επίθ.] ακεταμίδιο [ουσ ουδ.]
ακατέργαστος [επίθ.] ακετοβακτήριο [ουσ ουδ.]
ακατεύναστος [επίθ.] ακετοναιμία [θηλ.ουσ]
ακάτεχος [επίθ.] ακετόνη {χωρ. πληθ...
ακατηγόρητος [επίθ.] ακετονουρία [θηλ.ουσ]
ακάτιο {ακατί-ου ... ακετυλενικός [επίθ.]
ακατοίκητος [επίθ.] ακετυλένιο {ακετυλενί...
ακατονόμαστος [επίθ.] ακετυλικός [επίθ.]
ακατόρθωτος [επίθ.] ακετύλιο [ουσ ουδ.]
άκατος {ακάτ-ου |... ακετυλίωση [θηλ.ουσ]
ακατοχύρωτος [επίθ.] ακετυλοσαλικυλικός [επίθ.]

Pagina precedentePagina successiva

Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από: