Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


Περιηγηθείτε στο λεξικό

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

ακοτσομπόλεφτος [επίθ.] ακούνιγος [επίθ.]
ακοτυλήδονο [ουσ ουδ.] ακούνιστα [επίρ.]
ακοτυλήδονος [επίθ.] ακούνιστος [επίθ.]
άκου! [επιφ.] ακουόγραμμα [ουσ ουδ.]
ακουαμαρίνα {χωρ. πληθ... ακουομετρία [θηλ.ουσ]
ακουαρέλα {δύσχρ. ακ... ακουόμετρο [ουσ ουδ.]
ακουαρελίστα [θηλ.ουσ] Ακουρασιά [θηλ.ουσ]
ακουαρελίστας [ουσ αρσ ] ακούραστα [επίρ.]
ακουαφόρτε {άκλ.} ακούραστος [επίθ.]
ακουβάλιστος [επίθ.] ακούρευτος [επίθ.]
ακούγομαι ακούγεσαι,... ακουρμάζομαι {ακουρμάσ-...
ακούγω (άκουσα, α... ακουρμαίνομαι aor ακουρμ...
ακουή [θηλ.ουσ] ακούρνιαχτος [επίθ.]
ακουλούμιαστος [επίθ.] ακούσια [επίρ.]
ακουμπάω μππ. (σπάν... ακούσιος [επίθ.]
ακούμπημα [ουσ ουδ.] άκουσμα {ακούσμ-ατ...
ακουμπημένος [επίθ.] ακουσμένος [επίθ.]
ακουμπητά [επίρ.] ακουστικά [ουσ ουδ πληθ.]
ακουμπητός, ακούμπητος [επίθ.] ακουστική [θηλ.ουσ]
ακουμπίζω impf ακουμ... ακουστικό [ουσ ουδ.]
ακουμπισμένος [επίθ.] ακουστικός [επίθ.]
ακουμπιστήρι {ακουμπιστ... ακουστικότης [θηλ.ουσ]
ακουμπώ {ακουμπάς.... ακουστικότητα {χωρ. πληθ...
ακουμπώ {ακουμπάς.... ακουστός [επίθ.]
ακούνητος [επίθ.] ακουτσούλητος [επίθ.]

Pagina precedentePagina successiva

Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από: