Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


Περιηγηθείτε στο λεξικό

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

ακτοπλόος [ουσ αρσ ] ακωκή [θηλ.ουσ]
ακτοφύλακας (ο) ακώλυτος [επίθ.]
ακτοφυλακή [θηλ.ουσ] άκων [επίθ.]
ακυβερνησία {χωρ. πληθ... αλά [επίρ.]
ακυβέρνητος [επίθ.] Αλά [κύρ.όν. αρσ.]
ακύβευτος [επίθ.] αλαβανικός [αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.]
ακύμαντος [επίθ.] αλαβάστρινος [επίθ.]
ακυρίευτος [επίθ.] αλάβαστρο {αλαβάστρ-...
ακυρολεκτώ {ακυρολεκτ... αλάβαστρος [ουσ αρσ ]
άκυρος [επίθ.] αλάβωτος [επίθ.]
ακυρότης [θηλ.ουσ] αλαγρέκα [επίρ.]
ακυρότητα {χωρ. πληθ... αλάδωτος [επίθ.]
ακυρωθείς [επίθ.] αλαζόνας [ουσ αρσ ]
ακυρωμένος [επίθ.] αλαζονεία {χωρ. πληθ...
ακυρώνομαι aor ακυρώθ... αλαζονεύομαι {αλαζονεύτ...
ακυρώνω {ακύρω-σα,... αλαζονία [θηλ.ουσ]
ακυρώνων [επίθ.] αλαζονικά [επίρ.]
ακύρωση {-ης κ. -ώ... αλαζονικός [επίθ.]
ακυρώσιμος [επίθ.] αλαζών {αλαζόν-ος...
ακύρωσις gen ακυρώσ... αλάθευτος [επίθ.]
ακυρωτέος [επίθ.] αλάθητο [ουσ ουδ.]
ακυρωτικός [επίθ.] αλάθητος [επίθ.]
ακυτταρικός [επίθ.] αλάι [ουσ ουδ.]
ακώ [ρ. μτβ. και αμετβ.] αλάκαιρος [επίθ.]
ακωδικοποίητος [επίθ.] αλάκιστος [επίθ.]

Pagina precedentePagina successiva

Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από: