Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


Περιηγηθείτε στο λεξικό

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

εντομοφάγο [ουσ ουδ.] έντριτον [ουσ ουδ.]
εντομοφάγος [επίθ.] έντρομος [επίθ.]
εντομοφιλία [θηλ.ουσ] εντροπαλός [επίθ.]
εντομόφιλος [επίθ.] εντροπία [θηλ.ουσ]
έντον [επίρ.] εντροπιάζομαι [ρ. παθ.]
έντονα [επίρ.] εντροπιαρία [θηλ.ουσ]
έντονος [επίθ.] εντρυφώ {εντρυφάς....
εντονότατος [επίθ.] έντυμα [ουσ ουδ.]
εντονότερος [επίθ.] έντυμαν [ουσ ουδ.]
εντονώτατος [επίθ.] εντύνω [ρ. μτβ.]
εντονώτερος [επίθ.] έντυπο {εντύπ-ου ...
εντοπίζομαι [ρ. παθ.] έντυπος [επίθ.]
εντοπίζω {εντόπισ-α... εντυπωμένος [επίθ.]
εντοπιότητα {χωρ. πληθ... εντυπώνομαι [ρ. παθ.]
εντόπιση [θηλ.ουσ] εντυπώνω {εντύπω-σα...
εντοπίσιμος [επίθ.] εντύπωση {-ης κ. -ώ...
εντοπισμένος [επίθ.] εντυπωσιάζομαι [ρ. παθ.]
εντοπισμός [ουσ αρσ ] εντυπωσιάζω {εντυπωσία...
εντός [επίρ.] εντυπωσιακά [επίρ.]
εντόσθια [θηλ.ουσ] εντυπωσιακός [επίθ.]
εντόσθια {εντοσθίων... εντυπωσιακότατος [επίθ.]
εντούτοις [επίρ.] εντυπωσιακότερος [επίθ.]
εντράδα [θηλ.ουσ] εντυπωσιακώτατος [επίθ.]
εντριβή [θηλ.ουσ] εντυπωσιακώτερος [επίθ.]
εντριτεία [θηλ.ουσ] εντυπωσιασμένος [επίθ.]

Pagina precedentePagina successiva

Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από: