Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


φρενάρισμα
ουσιαστικό ουδέτερο

1 frenaggio
2 frenata
3 frenatura
4 azione frenante

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  φρεναπάτη φρενάρω  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---