Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


φρένες
ουσιαστικό θηλυκό πληθυντικός

ragione (f)

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  φρενάρω φρενήρης  >>

Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματα


είμαι έξω φρενών # είμαι εκτός εαυτού = essere fuori di sé


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---