Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


αχνοφέγγισμα  
ουσιαστικό ουδέτερο

1 tremoli`o ~m~
2 vacillame`nto ~m~

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  αχνοφεγγιά αχνοφέγγω  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---