Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


χαλάρωση
ουσιαστικό θηλυκό

1 allentamento
2 cedimento
3 debilitazione
4 distensione
5 mollezza
6 rallentamento
7 rilassamento
8 rilassatezza
9 scioltezza

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  χαλαρώνω χαλαρωτικός  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---