Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


δακρυσμένος  
επίθετο

1 participio passato del verbo [δακρύζω]
2 lacrime`vole
3 lacrimo`so
4 piange`nte

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  δακρυρροώ δακτυλήθρα  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---