Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


εβδομηντάρα
ουσιαστικό θηλυκό

1 femminile di [εβδομηντάρης ^-η, ο^]
2 settante`nne ~f~; settuagena`ria ~f~

εβδομηντάρης  
ουσιαστικό αρσενικό

settante`nne ~m~; settuagena`rio ~m~

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  εβδομήντα εβδομηνταριά  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---