Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


εγκαθίσταμαι
ρήμα παθητικό

insedia`rsi

εγκαθιστώ  
ρήμα μεταβατικό

1 installa`re, impianta`re εγκαθιστώ τηλεφωνικό κέντρο==installare un centralino telefonico
2 insedia`re εγκατέστησαν νέο επίσκοπο==hanno insediato un nuovo vescovo

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  εγκαθιδρύω εγκαίνια  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---