Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


εκτυπωτής  
ουσιαστικό αρσενικό

1 persona stampato`re ~m~, impressore ~m~
2 macchina stampa`nte ~f~

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  εκτυπώσιμος εκτυπωτικός  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---