Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


επωνυμία  
ουσιαστικό θηλυκό

1 ((letterario)) sopranno`me ~m~, nomi`gnolo ~m~
2 di enti / associazioni / società no`me ~m~

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  επωμίζομαι επώνυμο  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---