Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


φρονιμίτης
ουσιαστικό αρσενικό

anatomia dente del giudizio

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  φρονιμίτες φρόνιμος  >>

Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματα


οι φρονιμίτες [m.] = denti [αρσ. πλυθ.] del giudizio


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---