Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


φωνή
ουσιαστικό θηλυκό

1 voce (f)
2 [κραυγή] grido

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  φωναχτός φωνήεν  >>

Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματα


με όλη τη δύναμη της φωνής = a squarciagola


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---