Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


γερεύω  
ρήμα αμετάβατο

((popolare)) guari`re; rime`ttersi; torna`re in salu`te; ripre`ndere le forze

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  γερατειά γέρικος  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---