Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


γεροκομάω
ρήμα μεταβατικό

variante di [γεροκομώ]

γεροκομώ  
ρήμα μεταβατικό

pre`ndersi cura di un anzia`no; assi`stere un anzia`no

γηροκομάω
ρήμα μεταβατικό

variante di [γεροκομώ, γηροκομώ]

γηροκομώ
ρήμα μεταβατικό

variante di [γεροκομώ]

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  γεροδύναμος γεροκομείο  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---