GrecoItaliano


Αποσαφήνιση

Η αναζήτηση σας έδωσε περισσότερα αποτελέσματα:

κεράς
ουσιαστικό αρσενικό

1 ((letterario)) corno ~m~
2 musica ((letterario)) corno ~m~ κυνηγετικό κέρας == corno da caccia
3 militare ala ~f~ +++τo κέρας της Αμάλθειας, της αφθoνίας == cornucopia

permalink



Sfoglia il dizionario




{{ID:KERAS200}}
---CACHE---