Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


λάκτισμα  
ουσιαστικό ουδέτερο

((arcaico)) ca`lcio ~m~ εναρκτήριo λάκτισμα == calcio d'inizio

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  λακτίζω λακτισμένος  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---