Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


λεβέντης  
επίθετο

1 gaglia`rdo, vigoro`so
2 coraggio`so, in gamba

λεβέντης
ουσιαστικό αρσενικό

1 gio`vane ~m~ gaglia`rdo, vigoro`so
2 baldo gio`vane ~m~, perso`na ~f~ coraggio`sa, in gamba

λεβέντισσα
ουσιαστικό θηλυκό

femminile di [λεβέντης]

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  λεβάντες λεβεντιά  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---