Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


θυροκόλληση  
ουσιαστικό θηλυκό

l'affissio`ne ~f~ di una citazio`ne su una porta d'ingre`sso da parte dell'ufficia`le giudizia`rio

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  θυροκολλημένος θυροκολλώ  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---