Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


τακτοποιούμαι
ρήμα

1 adeguarsi
2 aggiustarsi
3 assestarsi
4 assettarsi
5 domiciliarsi
6 formarsi
7 ravviarsi (vrifl)
8 ripulirsi (vrifl)
9 mettere il capo a partito
10 piantare le tende

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  τακτοποιήσιμος τακτοποιώ  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---