Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


ξανανιώνω
ρήμα αμετάβατο

1 ossigenare (vt)
2 ravvivarsi (vrifl)
3 rianimarsi (vrifl)
4 rifiorire (vi)
5 rinascere (vi)
6 ringagliardire (vi)
7 ringagliardirsi (vrifl)
8 ringiovanire (vi)
9 ringiovanire (vt)
10 ringiovanirsi (vrifl)
11 rinvenire (vi)
12 riprendere (vi)
13 riprendersi (vrifl)

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ξανάνιωμα ξανανοίγω  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---