Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


υψώνω
ρήμα μεταβατικό

1 accrescere
2 alzare
3 costruire
4 elevare
5 ergere
6 erigere
7 inalberare
8 innalzare
9 issare
10 levare
11 muovere (vt)
12 rizzare (vt)
13 sollevare (vt)

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  υψώνομαι ύψωση  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---