Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


ζεμπίλι  
ουσιαστικό ουδέτερο

sporta ~f~ di pa`glia, cesta ~f~ λεφτά με το ζεμπίλι == soldi a palate

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ζεμπέκικος ζενεράλης  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---